
|
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
Βλέπω του ματιού την ανασταλμένη αναπνοή Πνιγμένη πίσω στο θλιμμένο στήθος Δεν άγγιξα χέρι, αυτί
Κεφάλι στήθος κορμί
Έντερα αναβλύζουν σκουλίκια
πάγο
|
σχίζει
στήθος κορμί
|
στήθος κορμί
|
|
ΝΕΑΡΑΙΔΕΣ Σας
φοβίζουν οι πελαγήσιοι οθρλιασμένοι σκύλοι Που προκαλούν και ξεδοντιάζονται? Στη
στερεά το πέτρινο σπίτι Μανταλωμένα
παραθυρόφυλλα και δρύινες πόρτες Στο
φλογερό γυαλό επιδιορθώνετε ψέμματα Ενώ
LOCKHEED
GENERAL MOTORS Το καρκίνωμα φουντώνει στην σάρκα την καθαρή Αιώνες Αιώνες
πλέκουν οι πλούτοι μεσ' στο δικό τους δαφνοστεφάνι Μαστιγωμένα
σώματα, που στις ερήμους διψάν. Κάνουν
στη θάλασσα ηδονικά το φριχτό τους λουτρό. Υπάρχει
εμπιστοσύνη ακόμα στων λαών πεθαμένο γελέκο? Εμπιστοσύνη
σ' αγνότητα φτερών? Μέσα
στα μάτια καμάρι, ισχύς κ' ονείρατα? Φευ!
περιτυλίγουν το Εγώ και των ανθρώπων τα λευτεριά... Φευ!
Ρίξτε στο σκότο την αστραφτερή σας ζωή, που διάγει
στου δεύτερου κόσμου Πισ'
απ' τους σκύλους αναμένει στα βάθη Το
ον της νερίï
|
||
|
ΕΛΠΙΔΑ Το κρίνο το λευκό λάμπει στο πρόσωπο Στεφανομένο κεφάλι με πένθιμ' αστέρια Παριγοριά μένει του σκύλου η άγρυπνη μαυρίλα, Που θερμά λυγίζει στο ψάξιμο του χεριού.
Ακίνητος ρέει ο σταυρός ανάμεσα στις λεύκες Στον ψίθυρο από τα καλαμιά χρόνιες χελώνες Με άφωνα μάτια ενυφαίνει ο γρύφος Της ελιάς τέσσερα κλαδιά στο μετάξινο φόρεμα.
Αποσκίο πράσινο χύνουν οι ψυχοσωτήριοι φίλοι Οι βραχίονές τους σίδηρος και καλώδιο στο βορειότοιχο της καρδιάς, Που σηκώθηκε πείνωντας για ήλιο Μεταξύ σεληνόφωτων ουρανών και γήινου στήθου.
Οι ώρες τρέχουν διαμέσου του παραδείσου για αμύγδαλα, Πορτοκάλια και κυδώνια, σκρυφτά για τον οξύφωνο ήχο, Από της γίδας το λαιμό και της χήνας την κραυγή Όλοι θωπεύουν από τα χείλια τον ίδρωτα, τη δίψα.
Σιγανός κάτω από την σταυλόστεγη κινεί Ο άνεμος γύρο την αιματηρή πληγή. Η Εσπέρα δροσοβολώντας στο μέτωπο ακουμπά, Που πυρώνει από περασμένη φωτιά.
Μαζεμένα τα πανιά με καταπνιγμένη αναπνοή, Ριγμένα τα δίχτια στα βάθη του 'Συ Και του Εγώ, γυρεύοντας για πέρλες και μαρμαίροντα ψάρια, Για όλους τους βαθισμένους θησαυρούς.
Δάκρυα διακαίουν τη νύχτα, σπόρος Βαλμένος από νιφάδες στον τρεμάμενο κόρφο Φουσκώνει, ανοίγει, φυτρώνει μαργαριταρένια Στην αγνή αθάνατη αυγή.
Οράματα ξανανιώνουν την ημέρα, κάτασπρα λόγια, Πότε θρηνητικά, πότε γελασιά στο καρτερικό μυαλό, Πάντα έτοιμο, πάντοτε έτοιμο να σφενδονίζει την ώδη Ξαστερά στην απελπισία των ψυχών.
Άφθονα φοράν τα στάχια και βαριά Στους κάρπους τούτου του καλοκαιριού, οι θεριστές περιμένουν Με πονεμένα δρεπάνια τα φτερά κυανά.
|
||
|
IΗ ΥΔΡΑ
Λυπηρά και μεναξεδένια τραγουδάν τα μάτια Σαν Σειρήνες, Ανάμεσα στην άσφαλτο και τη θάλασσα την τραυλή. Το μυαλό συλλαμβάνουν καταστρεμμένο, Την ψυχή τη σακάτικη.
Γιατί δε μας τέρπει ο αιώνιος πόθος? Ό,τι κατατρώει, δεν είν' η σκέψη, Καταφαγωμένο ήταν και σκεπαστό από τη λέπρα Του κρίνου το άσπρο λαμπρό. Γιατί τέτοια σκόνη μεταξύ του Εσύ και Εσύ?
Ω, να ήταν βρύση από βάθος του βουνού το αίμα Και προς τα κάτω να πηδούσε σαν κρύσταλλο Με ήχο της άρπας στη τρεμάμενη αγκάλη.
Ω, να ήταν φως η σκοτεινή λαχτάρα, Που ξαγρυπνάει τις νύχτες, γυμνή Στη θύελλα από την άμμο μαστιγωμένη!
Ω, χύσε λάβα στην πατριαρχική την ύπαρξη, Να γίνει καθαρή επιθυμία και γέλιο, Που πηγάζει στην ανήσυχη καρδιά.
II Ο ΙΚΑΡΟΣ
Δε βρέθηκε στη ζωή τούτο που σητήσαμε Πάρα πολύ υψηλά ρίξαμε άγκιστρα, δίχτυα
Εκεί που άλλες αλήθειες και όνειρα Τους κόσμους κυβερνούν Χαμηλόφωνα η καμπανούλα ηχεί
Ψαράς, δόλωμα και συνάμα λεία, Βαθιά στο φάρυγγα εμπήξαμε το καυτό, η ατσάλι Κενά κουτιά ανασύραμε, και ξυλινά επιπλέουσα, φύκια
III Η ΣΑΠΦΩ
Έλα επάνω μου
|
||