hu_small_navy.gif (1183 Byte)

 

 

ΓΙΑ ΔΕ .

 

 

Ω εσύ, που κάθεσαι μπροστά από το γέματο κύπελλο και δεν πίνεις

Ω, για ποιόν περιμένεις ακόμη?

(Hermann Hesse)

 

 

 

I

 

Πες μου το όνομά σου

η

καλύτερα

μη μου το πεις!

 

II

 

Κάτω από το γυαλιστερό ουρανό μία νοσταλγία κοιλοπονεί

τρεμολαμπισμένες παρδαλές εικόνες

Ληστειόστομα

Αποσπάει από τα χείλια μου τρυφερά την πνοή

Πηδάει από τον πόθο ψυχρό, από το πέλαγο των μισοπαγιασμένων φόβων

Που' ναι αραιά συνγκαλυμένοι από τη μέθη την ασαφή

 

Ληστειόστομα

φωτεινή ύπαρξη

Ξέχασμα απορρόφηση

Βρόντος στο κεφάλι, στήθος να σπάσει

Στο οφθαλμικό δύχτυ ασπαίρουν αδιάντροπα φιλιά, το γέλιο σου

Γαντζώνει αίσθηση, καρδιά και νου, να ξεφύγει

αποτυγχάνει

Τότε του αντατζιού το επιτυχές αστείο

Δε κοιμάμαι αμέσως με κάποιον

Κατάπληξη Σκέψη Ναι

Ένα μειδίαμα ανθίζει

Εσύ είσαι

Πρωτύτερα φυσικά, πρωτύτερα

Πρέπει να φύγω

 

 

III

 

Η ένταση ξεπέφτει στον εξαντλικό ύπνο

Και πάλι στα χέρια σου το γέλιο

Τα μάτια κάτω από το ασφαλές Ναι

Δε κοιμάμαι αμέσως με κάποιον

Τα λόγια χαïδεύουν αναίσχυντα, σφίγγονται άφοβα

Σκεπάζουν σαν αγνό μέλι τον τρεμουλιαστό κορμί

Λευκό ρεούμενο βότσαλο

Δέρμα

Ποιά λέξη γι' αυτήν την έκσταση, γι' αυτούς τους κόσμους

Τι άβυσσος στη ελάχιστη στιγμή της εφαπτομένης

Θεέ, τέτοια ύπαρξη

Το όνειρο είναι ωραιότερο από ότι η ημέρα το σκέφτηκε”

 

Πρέπει να φύγω

(Φεύγει Αυλαία πέφτειΧειροκροτήματα)

 

IV

 

Πες μου το όνομά σου

  η

καλύτερα

μη μου το πεις!

 

 

 

 

ΔΕΚΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

 

Έτσι την αντάμωσεις, την Σαφή, έτσι ανάμεσα στους κόσμους

Στο πρόσωπό της φόρεσε — κυανά — μιάν αγνήν ημέρα,

Που έλαμψε στη καταχνιά των χλωμών φωτών.

 

Ενίοτε ένα μειδίαμα εμφανίζεται — ο αυγερινός — στο μέτωπό της,

Άνθισε στων φρυδιών, στη χαμμένη σαφή στρογγυλότητα

Και φλόγισε ήπια στο ήμερο περιβόλι των ματιών της.

 

Άφισε των βωδινών κρανιών αιώνιη, των κεράτων στεγνή συναρμογή,

Χορεύει αφρόντιστα τώρα στη ζωή —ενα παιδί— μεταξύ βροντής και αστραπής

Το ερεθισμένο παιχνίδι: ψάχνω τον άνθρωπο!

 

Κεφάλια σπυρίζουν γύρω της, μπριλάντια, γυαλίζοντας με φτερά

Αποσπάσματα, μέλη από μάρμαρο πεντέλικο πλεονεκτικά το φως της

Όχι κορμιά, όχι μυαλά: ψάχνω τον άνθρωπο!

 

Ανάμεσα από τα χείλια — κρυμμένα — και μεταξύ των μαστών,

Στο χώρο των χειρονομιών της, στον αέρα της αναπνοής της — σιγανά —

Την αισθάνεσαι; — Απίστευτα —

 

Βουβό είναι το στόμα της, κερασί πράσινο είναι το βλέμμα της και καστανό,

“Να δω στο σκοτάδι θέλει καιρό”

Τα χαράγματα είναι γεμάτι εικόνες γλυκές

Και πλουσιά η νύχτα σ' ονείρατα

 

 

 

 

 

ΤΟ ΦΟΣ

 

 

I

 

Κατ' αρχάς δεν επαρατήρησε τίποτε,

ούτε οι φίλοι του.

Ίσως ήταν πιό εύθυμος απ' άλλοτε,

και συχνότερα απερχότανε.

 

Ώστε δεν ήξεραν να το ερμηνέψουν

όταν — σαν ένας σκύλος — υποχωρούσε, δαρμένος;

και το βλέμμα του χαμήλονε όλο και πιό συχνά

και αυτήν των ματιών του λάμψη παράξενη δεν την παρατηρούσαν.

 

Μονο απορούσαν, όταν μιλούσε δυνατά,

φαντάζοντας, ότι ήταν μόνος του, σαν να ήταν κάποιος παρών;

ότι οι ώμοι σπάραζαν σπασμοδικά

σαν να έβγαινε ένα σιγόκλαμα διά του κορμιού.

 

Έπειτα αργότερα, δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, τα μάγουλα

κουφώθηκαν και λευκάθηκε, χλώμιασε το χείλι του,

άρχησαν να ανησυχούν

και έβλεπαν και αισθανόνταν πως εμαράζωνε.

 

 

 

II

 

Καρδιά μου, τι χτυπάς τόσο δυνατά, τι γίνεται?

Τα μπράτσα σου πάντα δραπετεύουν προς βορράν,

που κάθεται η αγνότης, των παγερών ανέμων η φρίκη και.....

 

Τι τραυλίζεις τις ώρες τις μακρινές

και αναστενάζεις τόσο θλιβερά τη νύχτα?

Είναι όνομα, είναι θαύμα αυτό που τσευδίζεις?

 

Μαύρη η μέρα, ίδια η μία με την άλλη;

κάποτε αναπυρώνουν αστραπές, τότε λάμπουν τα μάτια σου,

η αλμυρή κουρτίνα σχίζεται για ένα βλέμμα.

 

III

 

Και άλλαζε γρήγορα.

Για την παρακή των χειλιών του συντρόφιασαν οι στιγμές

που έτρεμε το σπίτι από την θρηνημένη κραυγή.

Η ματιά του σαστίστηκε, συγχύστηκε.

 

Όταν έσχισε το πουκάμισό του την πρώτη φορά,

μιλούσαν μ' αυτόν και αυτος με αυτούς.

Τελείως φυσιολογικά, για τελειοποίηση του σπιτιού του

και για άδεια μιλόυσαν, για ανθρώπους και πικρότητες.

 

Για λίγο καιρό καταγινότανε με την καθημερινή, την δυνατή ζωή,

κέρδιζε χρήματα σαν άλλοι, ως

ένα πρωί, τον βρήκαν στο δώματιό του

με το στήθος ανοιχτό και ματωμένο μέτωπο — μειδίασε ακόμη.

 

Ο γιατρός είπε επιληψία, σχιζοφρενία,

από σιγουριά, επίβλεψη και φάρμακα,

ώστε τον έφεραν σε ένα θεραπειτήριο — για παρατήρηση —.

Εκεί τον νοσήλευσαν, στον βορρά και μιλούσαν ήπια μ' αυτόν.

 

IV

 

Για μιά στιγμή, το παράθυρο, καγκελωτό στη φαιή τείχιση;

μέσα στον κήπο ανθίζουν λουλούδια

και μελωδίες γλυκές, μεθυστικές, ερωτικές αγγίζουν το αυτί του.

 

Ω κήπο του έρωτα!

Που έχεις τον πύλη σου, την πόρτα? Να ψυχραίνω τις πληγές,

να ανακουφίζω τα πυρά — η καρδιά μου κατακαίει!

 

Τι τρέχεις τόσο παράλογα κατά μήκος του λίθου,

δοκιμάζεις να πονηρεύεσαι, να κυριέψεις για να διαρήξεις τον παράδεισο?

Κοκκινίζεις την γη από το στήθος σου. Η κραυγή σου δε προφθάνει την Ιεριχώ!

 

 

 

V

 

Μερεύτηκε και μλάκωσε.

Όλο και περισσότερο ονειρευότανε σιγά, κάποτε πέρασε

γρήγορα ένα χαμόγελο — σαν γαζέλλα — δια των ματιών του,

χάθηκε στο βλέμμα της φροντισμένης κόρης.

Φαίνεται να ευτυχεί.

Έτρωγε σαν παιδί το δοσμένα φαγητά και ήπιε

από ένα κύπελο, όλα όσα του έδωσαν.

Σπανιώς, όταν ήταν μόνος, έκλαιγε.

Όταν η νοσόκομο άλλαξε, (μάθαινε σε άλλο τόπο),

έσβυσε η σπίθα που τον κράτησε.

Τον κατάχωσαν κάτω από την άκαντα, δεν είδαν τίποτα.

Οι φίλοι του είπαν: “Ενας ωραίος θανατος”!

 

 

VI

 

Την έβρηκες επιτέλους, καρδιά μου!

Είσαι μαζί της επιτέλους! Η αναπνοή της είναι θερμή,

όταν γέρνει και τρυφερό το χέρι της επάνω σου.

 

Δίνει να πεις και σε ταΐζει.

Να είσαι ευπειθής και την ικετεύεις

με τα ονείρατά σου, με επιθυμιές!

 

Είναι κοντά σου, τόσες ώρες. Έρχεται

όταν κουδουνίζεις. Ρωτάει:

“Τι κάνεις σήμερα?” Χαïδεύει τρυφερά χωρίς μέτρο τα μαλλιά σου.

 

Είναι “Σαφή”! Μη την σπάσεις!

 

 

 

 

 

 

ΨΑΡΟΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΟΣ

 

Η μέρες σέρνονται γκρίζες και άχαρες

Όυτε ήλιο, όυτε ήλιο — όυτε ένας ουρανός.

 

Σκοτείνασε.

Σαρωμένες οι οφθαλμικές κοιλότητες, αποξεραμένο το στήθος.

Στα έντερά μου, στα κόκκαλά μου

Έρπεται ο φόβος, πως δε θα 'ρθείς.

Δε θα σου λείψω, δε θα ρωτήσεις για μένα,

Δε θα χτυπήσεις στην πόρτα μου.

Θα είναι τίποτα — απλά τίποτα,

Μόνο νύχτα — ούτε λέξη, ούτε τόνος.

 

Χτύπησε ακριβώς δέκα, Σαφή!

Μπροστά από το ανοιγμένο παράθυρο τινάζεται ένας σκύλος

 

 

 

 

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ

 

Άλλη μιά φορά έχουν βάλει,

Ακόμα μιά φορά τον στηθόκρικο

Και στρέφουν τ' αδράχτι.

Σπάζει η αναπνοή. Κάποτε θα έρθει

Κάποτε — ο ανακριτής.

 

Δε θα του πω τίποτα, τίποτα,

Όσο και αν κάνουν τον κρίκο διάπυρο,

Και αν στρέφουν έναν δεύτερο

Γύρο στο μέτωπό μου,

Δε θα την προδώσω.

 

Αφού δεν μπορούν να μου αφαιρέσουν τίποτα

Όχι το φως — είμαι γεμάτι μαυράδα

Όχι το άσμα των πουλιών — βουβάθηκε

Όχι την τρυγερότητα των δαχτυλών — τι να αγγίξουν

Όχι την μυρωδιά των μαστών — μαράθηκαν

Όχι την πικράδα της γλώσσας — αποξηράνθηκε

Όχι της σκέψης τ' αποκορύφωμα — βρίσκεται στη σκόνη

 

Δε θα την προδώσω

Έως ότου η κραυγή μου σχίζει τους ουρανούς

“Σήμερα είναι ωραία ημέρα να ψοφήσω”

 

Τότε πεθαίνει σαν τελευταία — η αγάπη μου 

 

Προηγούμενη Σελίδα up επόμενη σελίδα